της δημοσιογράφου Δήμητρας Σαρρή. Τριάντα δυο νεκροί. Θα μπορούσε να είναι ο τραγικός απολογισμός μιας ακόμη τρομοκρατικής επίθεσης της Αλ Κάιντα ή κάποιας άλλης σκληροπυρηνικής οργάνωσης. Όμως ο Τσο Σεούνγκ Χούι, ο 23χρονος νεαρός που εκτέλεσε εν ψυχρώ 32 συμφοιτητές του στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια δεν ήταν ούτε μουτζαχεντίν, ούτε σκληροπυρηνικός μουλάς, ούτε τρομοκράτης. Ήταν απλώς ένας ακόμη φοιτητής που αποφάσισε να γράψει τη δική του ιστορία στην αιματοβαμμένη επιδημία της παράλογης και φονικής βίας η οποία έχει κατακλύσει τα αμερικανικά σχολεία...
Κολουμπάιν, Ρεντ Λέικ, Καλιφόρνια, Πενσυλβάνια, Μίσιγκαν, Νέο Μεξικό, Μισισιπή, είναι μερικές μόνο από τις περιοχές όπου αντίστοιχα περιστατικά έχουν διαδραματιστεί. Το σενάριο παραμένει πάντα ίδιο. Νεαροί οπλισμένοι σαν αστακοί εισβάλλουν στις σχολικές και πανεπιστημιακές αίθουσες και σκοτώνουν αδιακρίτως, μαθητές, καθηγητές κι όποιον άλλον βρεθεί στον δρόμο τους χωρίς συγκεκριμένη αιτιολογία ή κίνητρο. Συνήθως έχουν προμηθευτεί τα όπλα που χρησιμοποιούν μέσα από το ίδιο τους το σπίτι ή σε κάποιο τοπικό κατάστημα.
Μαζική παράνοια, σημείο των αμερικανικών καιρών ή μήπως αποτέλεσμα της κουλτούρας των όπλων που καλλιεργείται εδώ και δεκαετίες στην αμερικανική κοινωνία; Ο δημόσιος διάλογος που αναπτύσσεται μετά από κάθε τέτοιο συμβάν (κυρίως εκτός των ΗΠΑ), αποδίδει την έκταση του φαινομένου στην ελεύθερη οπλοκατοχή η οποία προστατεύεται συνταγματικά και εντοπίζει την λύση του προβλήματος στην απομάκρυνση των όπλων από την κοινωνία. Όμως οι υπέρμαχοι της οπλοκατοχής οι οποίοι συνήθως συνδέονται με τα μεγάλα βιομηχανικά συμφέροντα παραγωγής όπλων δεν θέλουν ούτε να ακούσουν γιαυτό και επικαλούνται το επιχείρημα ότι δεν είναι τα όπλα που σκοτώνουν αλλά οι άνθρωποι. Το σκεπτικό τους από μια άποψη δεν είναι λανθασμένο, εφόσον όπως αποδεικνύει και η πραγματικότητα και άλλες κοινωνίες είναι έντονα στρατιωτικοποιημένες όπως ο Καναδάς και η Ελβετία αλλά οι πολίτες δεν αλληλοσκοτώνονται. Ωστόσο ένα τέτοιο επιχείρημα απειλεί να ενοχοποιήσει συλλήβδην έναν ολόκληρο λαό: τον αμερικανικό.
Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Η παράνοια που έχει χτυπήσει την Αμερική οφείλεται εν μέρει στο φοβικό κλίμα και την ανασφάλεια που καλλιεργείται στους πολίτες καθώς όλοι αντιμετωπίζονται ως οιονεί εγκληματίες και εν μέρει στην εύκολη πρόσβαση στα όπλα τα οποία με τη σειρά τους αναπτύσσουν περαιτέρω την κουλτούρα της βίας, απενεχοποιούν την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής και απαξιώνουν εντέλει ολόκληρο το νομικό σύστημα προστασίας των πολιτών από τις αρμόδιες αρχές. Το ζήτημα είναι ότι ανεξαρτήτως της παθογένειας της αμερικανικής κοινωνίας τα όπλα πρέπει να απομακρυνθούν ως μια πρώτη κίνηση για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Μάικλ Μούρ περιέγραψε ανάγλυφα πριν λίγα χρόνια την κατάσταση που επικρατεί, στην ταινία του «Ακήρυχτος Πόλεμος» η οποία έγινε με αφορμή την ένοπλη επίθεση δυο 17χρονων μαθητών στο Λύκειο Κολουμπάιν του Κολοράντο. Στο αποκαλυπτικό αυτό ντοκιμαντέρ οι Αμερικανοί πολίτες μπορούν να προμηθευτούν όπλα μέσα σε κουρεία, σούπερ μάρκετ, ακόμη και μέσα σε τράπεζες (!), σε καταστήματα παντός είδους που πωλούν από τσίχλες και απορρυπαντικά, μέχρι σφαίρες για M16, Ούζι, πυροβόλα, καραμπίνες και περίστροφα.
Στις ΗΠΑ αυτή την στιγμή υπάρχουν 250 εκ. όπλα ιδιωτών εκ των οποίων υπολογίζεται ότι το 1 εκ. βρίσκεται στα χέρια μαθητών και προφανώς μέσα στις σχολικές τσάντες τους. Κάθε χρόνο σύμφωνα με την οργάνωση Μπρέιντι κατά των όπλων (δημιουργήθηκε από τον Τζίμ Μπρέιντι συνεργάτη του Ρόναλντ Ρέιγκαν που τραυματίστηκε βαριά από πυροβολισμό κατά την απόπειρα δολοφονίας του τότε προέδρου το 1981), σημειώνονται 30.000 δολοφονίες με όπλα, ενώ κάθε μέρα 86 αμερικανοί αυτοκτονούν και 1500 αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν. Οι αμερικανοί σκοτώνονται παντού, μέσα στο σπίτι τους, στα σχολεία, στα σουπερ μάρκετς, στην δουλειά τους, στο δρόμο, ενώ θύματα και θύτες είναι όλων των ηλικιών, φύλων και φυλών με χαρακτηριστική περίπτωση έναν 6χρονο μαθητή που σκότωσε στο σχολείο την συνομήλικη συμμαθήτρια του το 2000. Την ίδια ώρα 3.500 παραστρατιωτικές οργανώσεις δραστηριοποιούνται σε όλη την χώρα με αδιευκρίνιστους στόχους και ιδεολογία. Μια από τις πιο διάσημες είναι η Πολιτοφυλακή του Μίσσιγκαν στην όποια ανήκαν ο Τίμοθι Μακβει και ο Τέρι Νίκολς που ανατίναξαν το 1995 το ομοσπονδιακό κτίριο της Οκλαχόμα με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 168 άνθρωποι.
ΑΜΕΡΙΚΗ, ΕΝΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ
Η αμερικανική πολιτεία παρά τον φόρο αίματος χιλιάδων αθώων πολιτών αποφεύγει πεισματικά να αντιμετωπίσει σφαιρικά το ζήτημα της οπλοκατοχής παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των οικογενειών των θυμάτων και των οργανώσεων που εναντιώνονται στην ελεύθερη πώληση και κατοχή όπλων. Ο πρώην αμερικανός αντιπρόεδρος Αλ Γκόρ μετά τα γεγονότα του σχολείου του Κολουμπάιν είχε προσπαθήσει να φέρει ένα νόμο στο Κογκρέσο που εισήγαγε σκληρότερους ελέγχους για την αγορά όπλων. Ο νόμος απορρίφθηκε από το Κογκρέσο και βρήκε πολέμιους όχι μόνο την νεοσυντηρητική δεξιά αλλά και πολλούς από τους Δημοκρατικούς γερουσιαστές. Οι πιέσεις που άσκησαν οι βιομηχανίες όπλων αλλά και η διάσημη Οργάνωση Οπλοχρηστών (NRA) που διατείνεται ότι η οπλοκατοχή είναι αναφαίρετη κοινωνική ελευθερία (!) πτόησαν την κυβέρνηση Κλίντον που αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει.
Μετά την 11η Σεπτεμβρίου στην κουλτούρα του φόβου που διαποτίζει την Αμερικανική κοινωνία ήρθε να προστεθεί και η κουλτούρα της τρομοκρατίας. Η υπερδύναμη στα εδάφη της οποίας κι ο πιο ερασιτέχνης τρομοκράτης μπορεί να προμηθευτεί μέχρι και όπλα μαζικής καταστροφής, κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας και των ανεξέλεγκτων εξοπλισμών. Την ίδια ώρα που η Αμερική απαγορεύει σε αναγνωρισμένα κράτη και τακτικούς εθνικούς στρατούς να προμηθεύονται όπλα όταν και όσα θέλουν, ο κάθε αμερικανός πολίτης δικαιούται συνταγματικά να ενσαρκώσει τον διάσημο κινηματογραφικό ήρωα Ράμπο στο μικρόκοσμο που τον περιβάλει και που περιλαμβάνει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά των περιοχών του Κολουμπάιν και του Ρέντ Λεικ: ανεργία, φτώχεια, κοινωνικός αποκλεισμός. |