της Μάρθας Καλτσά (το κειμενο που ακολουθεί αποτελεί αναδημοσίευση από την σελίδα http://hyperion.math.upatras.gr/courses/sts/ )
Για την εξασθένιση του κύρους του θετικισμού είναι γενικώς παραδεκτό ότι η συμβολή του Thomas Kuhn θεωρείται ότι έχει μια πολύ μεγάλη σημασία. Με την δουλειά του στην δεκαετία του ’60, που επιστεγάστηκε το 1962, όταν δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το κύριο βιβλίο του για την Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων (που μερικές φορές στη συνέχεια θα αναφέρεται απλώς σαν “Δομή”), ο Kuhn ανέδειξε με μεγάλη έμφαση τη σπουδαιότητα της ανάλυσης αφενός της δομής των επιστημονικών θεωριών κι αφετέρου των επαναστατικών τρόπων της αλλαγής και διαδοχής των. Με τις θεωρίες του αυτές, άσκησε δριμύτατη κριτική στις θέσεις του θετικισμού και του Popper ακολουθώντας την ονομαζόμενη “ιστορικίστικη στροφή” στην επιστημολογία. Έτσι χαρακτηρίζεται η προσέγγιση της φιλοσοφίας της επιστήμης που δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της επιστημολογικής συλλογιστικής στην ανάλυση των ιστορικών γεγονότων. Αυτή ήταν μια προσέγγιση που ακολουθήθηκε εκτός του Kuhn κι από μια σειρά ακόμη άλλων επιστημολόγων, όπως οι Paul Feyerabend, Russell Hanson, Stephen Toulmin και, ως κάποιο σημείο, κι ο Imre Lakatos. Μάλιστα, στον Kuhn (ή σε σχέση με τον Kuhn) μπορεί να αποδοθεί το έναυσμα για πολλές από τις επόμενες τάσεις που αναπτύχθηκαν στην φιλοσοφία της επιστήμης, όπως οι διάφορες γλωσσολογικές, ρεαλιστικές, πραγματιστικές και φυσιοκρατικές επιστημολογικές προσεγγίσεις...
Πέραν όμως από την αποδυνάμωση των θετικιστικών επιχειρημάτων, η δουλειά του Kuhn συνέβαλλε καθοριστικά, κυρίως με τις προεκτάσεις που έλαβε στην δεκαετία του ’70, στο να υποσκελισθεί κι η λειτουργιοκρατική προσέγγιση της κλασικής κοινωνιολογίας της επιστήμης (την οποία θα μελετήσουμε σε επόμενο κεφάλαιο). Βέβαια, στη συνέχεια, από την δεκαετία του ’70 κι ύστερα, με την εμφάνιση αρχικά της κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης και μετά με την ανάπτυξη των διαφόρων ρευμάτων των κοινωνικών μελετών της επιστήμης και τεχνολογίας, ξεπεράσθηκε η αρχική επίδραση των θεωριών του Kuhn στην κοινωνιολογία της επιστήμης. Στην κοινωνιολογική υποτίμηση του Kuhn συνέτεινε και το γεγονός πως ένα μέρος της κοινωνιολογικής θεματολογίας του αναγνωρίσθηκε να έχει εμφανισθεί πρωτύτερα στην δεκαετία του ’30 στις μελέτες του Ludwik Fleck (1979) για τους τύπους σκέψης και τις συλλογικές επιστημονικές ομάδες (όπως κλάδοι, δίκτυα, κοινότητες). Η κοινωνιολογική αντίδραση στον Kuhn έφθασε μέχρι του σημείου κάποιοι να θεωρούν όχι μόνο συντηρητικές τις τοποθετήσεις του αλλά και εμπόδια για την ανάπτυξη των συγχρόνων μελετών της επιστήμης (Hess, 1997, σελ. 23). Παρόλες όμως αυτές τις επιφυλάξεις για τον Kuhn από πλευράς κοινωνικών μελετών της επιστήμης (δείτε τις έντονες κριτικές εναντίον του Kuhn που διατυπώνει ο Restivo, 1994a, σελ. 24-26), είναι μάλλον άδικο να παραβλεφθεί η αρχική συμβολή του Kuhn στην αποδυνάμωση των θεωριών του θετικισμού (και του Popper) και η συμβολή του για το ξεπέρασμα της κλασικής κοινωνιολογίας της επιστήμης (αλά Merton), γεγονότα που αναμφίβολα άνοιξαν τον δρόμο στην ανάπτυξη των κοινωνικών μελετών της επιστήμης. Η βασική ιδέα στο έργο του Kuhn είναι ότι οι επιστημονικές γνώσεις κάθε ιστορικής περιόδου αποτελούν ένα αυτόνομο σύστημα με την δική του αξία και λειτουργικότητα, που δεν μπορεί να γίνει κατανοητό με τα κριτήρια επιστημονικότητας μιας άλλης περιόδου. Η διάρθρωση των συστημάτων επιστημονικών γνώσεων βασίζεται στην έννοια του “παραδείγματος,” σε συνάρτηση με την οποίαν ορίζεται η “επιστημονική κοινότητα,” που μετέχει σε ένα τέτοιο σύστημα. Η σύνδεση παραδείγματος με επιστημονική κοινότητα σταθεροποιείται στα πλαίσια της “κανονικής επιστήμης.” Αλλά η ανάπτυξη της επιστήμης είναι μια ασυνεχής διαδικασία, που προχωρά με “επιστημονικές επαναστάσεις.” Έτσι, όταν κάποιες συσσωρευμένες “ανωμαλίες” οδηγήσουν σε “περιόδους κρίσεων,” στις οποίες αντιστοιχούν οι “ιδιόρρυθμες επιστήμες,” ανατρέπεται μια κανονική επιστήμη, για να επιβληθεί μια άλλη. Τέτοιες όμως επιστημονικές αλλαγές είναι απότομες και ολοκληρωτικές και αντιστοιχούν σε ασυμβίβαστες μεταξύ τους, “ασύμμετρες” θεωρίες. Βλέπουμε λοιπόν ότι “παράδειγμα,” “επιστημονική κοινότητα,” “κανονική επιστήμη,” “επιστημονική επανάσταση,” “ανωμαλία,” “περίοδος κρίσης,” “ιδιόρρυθμη επιστήμη,” “ασυμμετρία” είναι οι βασικοί όροι του Kuhn, τους οποίους θα αναλύσουμε έναν-ένα στη συνέχεια. Η θεμελιώδης και πιο πολυσυζητημένη έννοια που εισάγει στην επιστημολογία ο Kuhn είναι η έννοια του παραδείγματος. Το πρόβλημα με την έννοια αυτή είναι ότι δεν είναι πλήρως διασαφηνισμένη στην δουλειά του Kuhn (έχουν μετρηθεί 22 διαφορετικές χρήσης της στο βιβλίο της Δομής) και, όπως κι ο ίδιος παραδέχεται, φαίνεται να περιγράφει περισσότερα από ένα πράγματα. Αρχικά στο βιβλίο της Δομής με τον όρο παράδειγμα υπονοείται “το σύνολο των πεποιθήσεων, των αναγνωρισμένων αξιών και των τεχνικών που ασπάζονται τα μέλη μιας δεδομένης ομάδας επιστημόνων” (Kuhn, 1962, σελ. viii). Με την έννοια αυτή, το παράδειγμα κατέχει μια σφαιρικότερη διάσταση από την επιστημονική θεωρία, καθόσον περιλαμβάνει “νόμους, θεωρίες, εφαρμογές και πειραματισμό ταυτόχρονα” (1981, σελ. 74) και αποτελείται από ένα “πυκνό δίκτυο δεσμεύσεων - εννοιολογικών, θεωρητικών, πειραματικών και μεθοδολογικών,” που μπορούν να είναι ακόμη και “μεταφυσικές” (1981, σελ. 109 και 108). Για παράδειγμα, η λύση του Νεύτωνα στο πρόβλημα της τροχιακής κίνησης και η λύση του Fresnel στο πρόβλημα της περίθλασης αποτελούσαν δυο από τα πιο συχνά αναφερόμενα παραδείγματα του Kuhn. Για αυτόν, οι λύσεις αυτές δεν αντιμετωπίζονταν ούτε σαν εφαρμογές ούτε σαν πειραματισμοί κάποιας γενικής θεωρίας, αλλά σαν ένα σύνθετο πλέγμα που συμπεριλάμβανε βασικές θεωρητικές έννοιες μαζί με ειδικές πειραματικές εφαρμογές. Επιπλέον, το παράδειγμα είχε για τον Kuhn προτεραιότητα απέναντι στην γενική θεωρία (1981, κεφ. V). Αργότερα πάντως ο Kuhn προχώρησε σε μια συγκεκριμένη εξειδίκευση της έννοιας του παραδείγματος. Για το σκοπό αυτό, το 1969 στον επίλογο της δεύτερης (αγγλικής) έκδοσης του βιβλίου της Δομής, αποφάσισε να εγκαταλείψει τον όρο παράδειγμα και στην θέση του να εισαγάγει ένα ζευγάρι δυο όρων, που απέδιδαν με μεγαλύτερη ακρίβεια το συνολικό αρχικό νόημα. Αφενός, για το γενικό σφαιρικό-καθολικό περιεχόμενο του αρχικού όρου, χρησιμοποιεί τον όρο κλαδική μήτρα (disciplinary matrix) σαν το σύνολο των συνδεδεμένων-συλλογικών στοιχείων του παραδείγματος, που αποτελούνται από διάφορες θεωρίες, μεθόδους, τεχνικές ή ακόμη και πεποιθήσεις. Αφετέρου χρησιμοποιεί τον όρο υπόδειγμα (exemplar), όταν θέλει να αναφερθεί στην παραδειγματική χρήση του αρχικού όρου, με την έννοια των συγκεκριμένων προβλημάτων, που έχουν λυθεί από την γενική θεωρία και τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν πρότυπα-υποδείγματα σε άλλες συλλήψεις ή εφαρμογές. Επιπλέον, στο βιβλίο του το 1977, διακρίνει δυο συνιστώσες της κλαδικής μήτρας: (i) συμβολικές γενικεύσεις ή τυπικό περιεχόμενο του παραδείγματος (όπως, για παράδειγμα, ο λογισμός των πιθανοτήτων στη στατιστική φυσική) και (ii) μοντέλα “προτιμούμενων αναλογιών” ή ακολουθούμενης οντολογικής στάσης (όπως, για παράδειγμα, η ιδέα ότι ένα ηλεκτρικό κύκλωμα μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα υδροδυναμικό σύστημα σε μόνιμη κατάσταση ή η αμφιβολία απέναντι στην Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης από ορισμένους θρησκευτικούς κύκλους). Πάντως, μετά όλες αυτές τις περιπέτειες της έννοιας του παραδείγματος, το 1994 φθάνει στο σημείο ο ίδιος ο Kuhn να δηλώνει ότι τελικά επιλέγει να αποφεύγει την χρήση αυτού του όρου εξ αιτίας της σύγχυσης που έχει δημιουργηθεί (συνέντευξη στον Borradori, 1994, σελ. 166). Η αρχική επιμονή του Kuhn στη σύνδεση του παραδείγματος με την κοινότητα των επιστημόνων, αλλά κι οι ενδεχόμενες μεταφυσικές προεκτάσεις, οδήγησαν κάποιους να παραλληλίσουν την έννοια αυτή με τη χρήση της έννοιας της κουλτούρας (πολιτισμού) από τους ανθρωπολόγους (Hess, 1997, σελ. 24). Το γεγονός όμως είναι ότι μέσω αυτής της σφαιρικής έννοιας του παραδείγματος ο Kuhn ορίζει την βασική κοινωνιολογική μονάδα της επιστημολογίας του, που είναι η επιστημονική κοινότητα, δηλαδή, η κλειστή ομάδα επιστημόνων που ασπάζονται το ίδιο παράδειγμα. Όπως έχει αλλού παρατηρηθεί (δείτε την Εισαγωγή του Βασίλη Κάλφα στην ελληνική μετάφραση της Δομής του Kuhn, 1981, σελ. 26), υπάρχει μια ενδιαφέρουσα κυκλικότητα στους ορισμούς παραδείγματος και επιστημονικής κοινότητας με την έννοια ότι οι δυο αυτές έννοιες έχουν νόημα μόνο εφόσον δημιουργούνται ταυτόχρονα και αλληλεξαρτώνται. Η με αυτόν τον τρόπο συγκρότηση της επιστημονικής κοινότητας εκτιμάται από πολλούς (πχ., Delanty, 1997, σελ. 35) ότι συνεπάγεται έναν αυξημένο ρόλο της επιστημονικής κοινότητας για την κατασκευή της επιστήμης. Έτσι, θεωρείται ότι ο επιστημολογικός προβληματισμός του Kuhn συνηγορεί για την έμφαση στην κατασκευή (κι όχι στην ανακάλυψη) από μεριάς επιστημόνων του αντικειμένου της δουλειάς των μέσω προσωπικών πεποιθήσεων, κοινωνικής δικαιολόγησης και μηχανισμών επίτευξης κοινής συναίνεσης με διάλογο και συνεργασία. Με άλλα λόγια, με τις θέσεις του Kuhn για το παράδειγμα και την επιστημονική κοινότητα, μπορούμε να δούμε την επιστήμη σαν μια ανθρώπινη κατασκευή ή δημιουργία, που σαν τέτοια παίρνει τις διαστάσεις ενός κοινωνικο-πολιτιστικού φαινομένου. Με αποτέλεσμα, η επιστημονική εξέλιξη να είναι δυνατόν να επηρεάζεται από παράγοντες εξωτερικούς σε αυτήν, όπως οι πεποιθήσεις των ανθρώπων, η πολιτική και οι κοινωνικές συνθήκες. Η σύνδεση μιας συγκεκριμένης επιστημονικής κοινότητας με ένα μοναδικό παράδειγμα δημιουργεί μια ιδιαίτερη επιστημονική παράδοση, που ο Kuhn ονομάζει κανονική επιστήμη (normal science). Με άλλα λόγια, η κανονική επιστήμη είναι η φάση στην ανάπτυξη της επιστήμης, κατά την οποίαν η επιστημονική κοινότητα εργάζεται υπό την καθοδήγηση ενός παραδείγματος, για να το καταλάβει καλύτερα κι ακριβέστερα. Ειδικότερα, στην φάση της κανονικής επιστήμης παρατηρούνται εργασίες επίλυσης γρίφων, προσθήκης νέων παρατηρήσεων και θεωρητικών επεκτάσεων, που εμπλουτίζουν το βασικό παράδειγμα και σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητούν την ισχύ του. Επομένως, στην φάση αυτή, που για τον Kuhn είναι η φάση της ωριμότητας της επιστήμης, δεν μπορεί να ισχύει η αρχή της διαψευσιμότητας του Popper. Η κατάσταση όμως της κανονικής επιστήμης δεν θεωρείται από τον Kuhn να είναι μια ιστορικά μόνιμη και αυθύπαρκτη κατάσταση: πάντα, είτε στο παρελθόν της είτε στο μέλλον της, υπάρχουν οι επιστημονικές επαναστάσεις, που σηματοδοτούν είτε την ιστορική γένεσή της σαν το πέρασμα από μια προ-επιστήμη ή μια προ-παραδειγματική κατάσταση σε αυτήν είτε την ιστορική μετεξέλιξή της σε μια διαφορετική κανονική επιστήμη. Αυτό σημαίνει ότι οι επιστημονικές αλλαγές δεν είναι για τον Kuhn συνεχείς και ομαλές πορείες, αλλά πάντα μεταξύ των σταθεροποιημένων καταστάσεων της κανονικής επιστήμης παρεμβάλλονται οι απότομες διακοπές των ασταθών και απρόβλεπτων καταστάσεων των επιστημονικών επαναστάσεων. Έτσι, κατά την διάρκεια μιας επιστημονικής επανάστασης οι πεποιθήσεις των ειδικών μεταβάλλονται ριζικά και ένα παλιότερο παράδειγμα αντικαθίσταται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από ένα νέο και ασυμβίβαστο παράδειγμα. Δηλαδή, κάθε επιστημονική επανάσταση οδηγεί σε μια νέα αναδιάταξη των επιστημονικών κοινοτήτων γύρω από νέα παραδείγματα και στην αποκατάσταση της ηρεμίας μιας νέας παράδοσης κανονικής επιστήμης. Σύμφωνα με τον Kuhn, προϋπόθεση για λάβει χώρα μια επιστημονική επανάσταση είναι να παρατηρηθούν κάποιες ανωμαλίες στη λειτουργία των παραδειγμάτων, από τις οποίες να εγκύψουν κάποιες περίοδοι κρίσης. Μια ανωμαλία μπορεί να είναι κάποιο γεγονός που εγείρει υποψίες για την ισχύ του επικρατούντος παραδείγματος χωρίς αναγκαστικά να υπάρχει καμιά ασυμβατότητα με την αντίστοιχη θεωρία. Κάτι τέτοιο, πχ., θα μπορούσε να ήταν ένα από τα εξής: (i) Ένας άλυτος γρίφος, που επιμένει να υπάρχει παρά τις θεωρητικές υποδείξεις ότι θα έπρεπε να μπορεί να λυθεί στα πλαίσια του παραδείγματος. (ii) Κάποιες νέες παρατηρήσεις ή εμπειρικές ενδείξεις που φαίνονται να αντιστέκονται σε μια άμεση υπαγωγή στη λογική του επικρατούντος παραδείγματος. (iii) Κάποια καινούργια θεωρητικά αποτελέσματα που κι αυτά δεν φαίνεται να μπορούν να αφομοιωθούν από την δομή του επικρατούντος παραδείγματος. Βέβαια, κατ' αρχήν, η εμφάνιση μιας ανωμαλίας δεν μπορεί να κλονίσει την παντοδυναμία του παραδείγματος, γιατί θεωρείται φυσικό το γεγονός κάθε παράδειγμα να έχει κάποιες ατέλειες. Το πρόβλημα όμως δημιουργείται, όταν οι ανωμαλίες, αντί να λιγοστεύουν, συνεχίζουν να πολλαπλασιάζονται, οπότε περνάμε σε κατάσταση κρίσης. Μια περίοδος κρίσης είναι για τον Kuhn μια ρευστή κατάσταση, κατά την οποίαν παύει πλέον ένα μόνο παράδειγμα να ασκεί την κυριαρχία του αλλά αναδύονται διάφορα ασυμβίβαστα παραδείγματα, που διαπλέκονται μεταξύ τους για το ποιο θα επικρατήσει ώστε να προσανατολίζει αυτό την άσκηση της επιστημονικής έρευνας. Η ισχυρότερη τάση μεταξύ των διαπλεκομένων στην κατάσταση της κρίσης παραδειγμάτων συγκροτεί αυτό που ο Kuhn ονομάζει ιδιόρρυθμη επιστήμη (extraordinary science). Το μεγαλύτερο όμως ενδιαφέρον έχει για τον Kuhn το πώς επιλύεται μια κατάσταση επιστημονικής κρίσης. Για αυτόν, η επικράτηση ενός νέου παραδείγματος (κάτι που συχνά περιγράφεται σαν μετατόπιση παραδείγματος) δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην εξηγητική πληρότητά του. Αλλά παίζουν μεγάλο ρόλο παράγοντες όπως η δύναμη πειθούς των υποστηρικτών και ο πόλεμος εντυπώσεων μεταξύ τους έτσι ώστε η τελική επιλογή του νέου παραδείγματος να καταλήγει να μοιά&zeta ει με “θρησκευτική μεταστροφή,” που δεν στηρίζεται στη ψυχρή λογική ή σε αδιάψευστες μαρτυρίες, ή με ξαφνική αλλαγή οπτικής εικόνας, όπως γίνεται στις περιπτώσεις της μορφολογικής ψυχολογίας (gestalt). Επομένως, σε συνθήκες επιστημονικής κρίσης δεν υπάρχει καμιά κοινή λογική, δηλαδή, καμιά κοινή αντικειμενική βάση σύγκρισης των αντιμαχομένων απόψεων. Αυτό οδήγησε τον Kuhn (σχεδόν ταυτόχρονα με τον Feyerabend) να υιοθετήσει την θέση της ασυμμετρίας (incommensurability) των παραδειγμάτων. Ο όρος αυτός, που προέρχεται από τα μαθηματικά (δυο αριθμοί λέγονται ασύμμετροι αν ο λόγος τους είναι άρρητος), τονίζει το γεγονός ότι δυο ανταγωνιστικά παραδείγματα δεν είναι απλώς ασυμβίβαστα, αλλά δεν έχουν ούτε καν κοινό μέτρο σύγκρισης. Πάντως, και με την έννοια της ασυμμετρίας συμβαίνει ο Kuhn να μην εννοεί πάντα το ίδιο πράγμα. Γενικώς, διακρίνει ο Kuhn τρεις διαφορετικές κατηγορίες ασυμμετρίας: την ασυμμετρία εννοιών, την ασυμμετρία κριτηρίων και την ασυμμετρία αντιληπτικής ικανότητας. Η εννοιολογική ασυμμετρία ή ασυμμετρία του γλωσσικού νοήματος παρουσιάζεται, κατά τον Kuhn, όταν στην επαναστατική μετάβαση από μια κανονική παράδοση σε μια άλλη, οι επιστήμονες, που εξακολουθούν να μιλούν τις ίδιες λέξεις, αλλάζουν τα νοήματά τους προσδίδοντας εντελώς νέες σημασίες σε παλιούς όρους. Το αποτέλεσμα είναι να μην μπορούν να επικοινωνούν με α& ups lon;τούς που έχουν μείνει πιστοί στο παλιό παράδειγμα. Πχ., η “μάζα” στην φυσική του Einstein δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα με τη “μάζα” της φυσικής του Νεύτωνα. Μια σημαντική συνέπεια της εννοιολογικής ασυμμετρίας είναι ότι με αυτήν απορρίπτεται η θετικιστική θεωρία της αναγωγής, δηλαδή, η θέση ότι η παλαιότερη θεωρία περιέχεται πάντα στη νεότερη και μπορεί πάντα να προκύψει λογικά από τη νεότερη. Βέβαια, η ασυμφωνία μεταξύ διαφορετικών παραδειγμάτων θα μπορούσε να αρθεί, αν υπήρχε κάποιος τρόπος να μεταφρασθεί η γλώσσα του ενός παραδείγματος στην γλώσσα του άλλου. Όμως ο Kuhn απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή την δυνατότητα. Υιοθετώντας την θέση του Quine για την απροσδιοριστία της ριζικής μετάφρασης, υποστηρίζει ο Kuhn ότι δεν είμαστε ποτέ σε θέση να αποφασίσουμε ποια από μια σειρά πιθανών μεταφράσεων είναι η τέλεια κι έτσι το πρόβλημα παραμένει. Μεγαλύτερη αξία έχει για τον Kuhn η ασυμμετρία των κριτηρίων. Είναι γεγονός ότι στην διαδικασία διαμόρφωσης μιας παράδοσης κανονικής επιστήμης η επιστημονική κοινότητα αναπτύσσει “νόρμες,” “κανόνες” ή “κριτήρια,” που αντιστοιχούν στο κυρίαρχο παράδειγμα. Όλα αυτά, εκτός των άλλων, ιεραρχούν τις προτεραιότητες των προβλημάτων, αξιολογούν τις λύσεις και θεσμοθετούν τους τρόπους αποδοχής των αποτελεσμάτων. Αλλά το δόγμα του Kuhn για την προτεραιότητα των παραδειγμάτων συνεπάγεται ότι τα κριτήρια προσδιορίζονται από τα παραδείγματα κι όχι το αντίστροφο. Επομένως, μια νέα λύση σε ένα πρόβλημα, λύση που εμπνέεται από ένα νέο παράδειγμα και άρα παραβιάζει τα κριτήρια του παλιού παραδείγματος, δεν πρόκειται να αναγνωρισθεί σαν λύση στα πλαίσια της παλιάς παράδοσης. Αν όμως γίνει δεκτή αυτή η νέα λύση, κάτι που γίνεται με καθαρά επαναστατικό τρόπο (απουσία ισχυρών κριτηρίων ή, καλύτερα, σε αντίθεση με τα αδύναμα παλιά κριτήρια), τότε αυτόματα δημιουργείται μια νέα παράδοση με νέα κριτήρια. Πχ., μια τέτοια κατάσταση εμφανίσθηκε, όταν χρειάσθηκε να δοθεί λύση στο πρόβλημα του ατομικού φάσματος, που περιελάμβανε κβαντισμένες τιμές για την ανταλλαγή της ενέργειας, δεδομένου ότι κάθε λύση στα πλαίσια της μέχρι τότε αποδεκτής παράδοσης προϋπόθετε τη συνέχεια του φάσματος. Τέλος, ακόμη πιο σημαντική είναι για τον Kuhn η ασυμμετρία της αντιληπτικής ικανότητας, όταν σε καταστάσεις κρίσεων (όπως είδαμε) επιβάλλονται διαφορετικές παραστάσεις στο ίδιο πράγμα. Ουσιαστικά, η παντελής έλλειψη κοινής αντικειμενικής βάσης, κάνει τους υποστηρικτές διαφορετικών παραδειγμάτων να βλέπουν διαφορετικά πράγματα, όταν κοιτούν από το ίδιο σημείο στην ίδια κατεύθυνση. Πχ., μπροστά στα ίδια δεδομένα, ο Lavoisier είδε οξυγόνο, εκεί όπου ο Priestley είχε δει “αποφλογισμένο αέρα.” Η ασυμμετρία αυτή (που στηρίζεται στις αναλύσεις του Hanson) αναφέρεται και στα πειράματα της μορφολογικής ψυχολογίας (gestalt), στα οποία προκύπτει ότι η εναλλαγή των διαφορετικών οπτικών μορφών γίνεται στιγμιαία κι αυτόματα χωρίς τη μεσολάβηση καμιάς ερμηνείας. Έτσι, ανατρέπεται η πεποίθηση για την ύπαρξη μιας κοινής βάσης ουδετέρων αντιληπτικών δεδομένων, πάνω στην οποία θεμελιώνονται οι διάφορες επιστημονικές ερμηνείες. Με άλλα λόγια, η ασυμμετρία της αντιληπτικής ικανότητας ενισχύει την θέση της θεωρητικής επιβάρυνσης των παρατηρήσεων, όπως είδαμε σε προηγούμενη παράγραφο. Απαντώντας σε επικρίσεις ότι η θέση της ασυμμετρίας οδηγεί σε επιστημολογικό σχετικισμό, ο Kuhn ισχυρίζεται ότι από την θέση αυτή δεν απορρέει το ότι η αξιολόγηση των θεωριών γίνεται ανερμάτιστα. Αντιθέτως, ο Kuhn απομονώνει πέντε βασικά κριτήρια για την επιλογή της θεωρίας. Σύμφωνα με αυτά (Kuhn, 1977, σελ. 321-22), μια θεωρία πρέπει να είναι: (1) Ακριβής στο πεδίο που εφαρμόζεται σε σχέση με πειράματα και παρατηρήσεις. (2) Συνεπής και με τον εαυτό της και με άλλες αποδεκτές σχετικές θεωρίες. (3) Ευρείας ακτίνας δράσης με την έννοια ότι οι συνέπειές της πρέπει να επεκτείνονται πολύ πιο πέρα από τις παρατηρήσεις ή τις θεωρητικές έννοιες, για την εξήγηση των οποίων αρχικά είχε κατασκευασθεί. (4) Απλή, φωτίζοντας φαινόμενα που διαφορετικά θα έμεναν ασαφή. (5) Γόνιμη για νέες έρευνες αναφορικά με νέα φαινόμενα ή για απαρατήρητες σχέσεις μεταξύ γνωστών φαινομένων. Τελειώνουμε τη συζήτησή μας για τον Kuhn παρατηρώντας ότι τα παραπάνω κριτήρια επιλογής θεωρίας αφενός είναι περιγραφικά αυτών που κάνουν στην πράξη οι επιστήμονες (παρότι ο ίδιος ο Kuhn δεν έκανε καμιά σχετική εμπειρική έρευνα για να τα τεκμηριώσει) κι αφετέρου είναι διατακτικά του τι θα πρέπει να κάνουν στην πράξη οι επιστήμονες. Όμως η εμπειρική έρευνα που έγινε τα τελευταία χρόνια από κοινωνικούς επιστήμονες (Hess, 1997, σελ. 26-7) δεν φαίνεται να συμφωνεί ούτε με τα περιγραφικά κριτήρια του Kuhn ούτε με οποιεσδήποτε άλλες κατηγορίες καθολικών αξιών (όπως οι συμπληρωματικές θεσμικές αξίες, γνωστές σαν νόρμες του Merton, που θα εξετάσουμε σε επόμενο κεφάλαιο). Από την άλλη μεριά, αν δούμε τα παραπάνω μόνο σαν διατακτικά κριτήρια επιλογής θεωρίας, τότε ίσως να απογοητευτούμε, όταν διαπιστώσουμε ότι το μόνο που έκανε ο Kuhn ήταν να συνθέσει τα κριτήρια αυτά με βάση τις προσεγγίσεις για την επιλογή της θεωρίας που παλιότερα είχαν προτείνει οι Carnap, Duhem, Popper και άλλοι φιλόσοφοι της επιστήμης. Πράγματι, το κριτήριο της ακρίβειας είναι συμβιβαστό με κάποιου τύπου κριτήρια επαλήθευσης ή διάψευσης. Παρόμοια, για τα κριτήρια ευρείας ακτίνας δράσης και γονιμότητας, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πορίσματα του κριτηρίου της ακρίβειας, όταν αυτό περιορίζεται σε μελλοντικές προβλέψεις. Το κριτήριο της συνέπειας θυμίζει το κριτήριο επιλογής θεωρίας του συμβατισμού (Duhem). Ακόμη, το κριτήριο της απλότητας είχε σαφώς υποστηριχθεί από τους Carnap, Duhem και Popper. |