Του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Θανάση Σκρουμπέλου «Το χειρότερο σκοτάδι είναι του μυαλού-μου είπε ο Μήτσος-αλλά ακόμη χειρότερο ,είναι η συσκότιση που επιβάλουν, εκείνοι που βλέπουν, στους αφελείς και τους καταντάνε να βλέπουν το ψέμα για αλήθεια». Στήν εποχή του Γουωτεργκέητ, και λίγο πριν, στον καιρό των μεγάλων διαδηλώσεων, στην Αμερική για την ειρήνη, κυβερνητικοί «επαΐοντες» είχαν εφεύρει τον όρο «σιωπηλή πλειοψηφία» Ερμηνεύοντας το φαινόμενο των ανθρώπων που διαδήλωναν κατά του πολέμου ως μια ηχηρή μειοψηφία. «Διότι πόσοι κατεβαίνουν στους δρόμους, ελάχιστοι. Οι πολλοί που μένουν στα σπίτια τους συμφωνούν μαζί μας» Κάπως έτσι ήταν το σκεπτικό των προεδρικών συμβούλων «επαϊόντων». Και ο πρόεδρος βαυκαλιζόταν ότι η πλειοψηφία επικροτεί τις επιλογές του και ότι κρατάει γερά τα γκέμια των ψηφοφόρων του . Όταν καταλάβαινε το λάθος του ήταν αργά. Το καταλάβαινε όταν έπεφτε...
Μία εφημερίδα είχε φωτογραφία του σκηνώματος του μακαριστού ιερομόναχου Βησσαρίωνα σε περίοπτη θέση. Θυμόσαστε τα πόσα θαυματουργά είχαν εναποθέσει πάνω στο σκήνωμα, πιστοί και εκκλησιαστική ηγεσία, ότι ήταν θαύμα που δεν έλιωσε μετά απο τόσα χρόνια ταφής. Και λόγω αυτού του θαύματος, υπήρξε συρροή πιστών και περίεργων σε έναν τόπο που πριν δεν πατούσαν παρά μόνο κυνηγοί και μερικοί επισκέπτες. Ως προς τον ξεχασμένο τόπο λοιπόν ναι ήταν ένα θαύμα. Στην φωτογραφία της εφημερίδας το σκήνωμα έδειχνε να έχει μείνει μισό από ότι ήταν όταν το είχαν εκταφιάσει και το είχαν πρωτοεκθέσει στο φως. Το σκήνωμα λοιπόν εκτεθειμένο στο φως αρχίζει και λιώνει. Γιατί υπό το φως του ήλιου, όλοι , άγιοι και δαίμονες κοινή η υλική φθορά μας. Τίποτα δεν αντέχει κάτω από το φως. Και γι αυτό οι πονηρές δουλειές μόνο στο σκοτάδι ανθίζουν. Αυτά έλεγα στο φίλο μου το Μήτσο τον ταξιτζή καθώς κοιτούσαμε την φωτογραφία του μακαριστού. Τότε πετάχτηκε αγανακτισμένος ένας από δίπλα που άκουγε «Δεν ξέρετε τι σας γίνεται. Άφθαρτο είναι το σώμα δεν το βλέπετε;» Μας τσίριξε. Το σώμα όπως σας είπα ήταν ρουφηγμένο και υπό διάλυση. Το έδειχνε καθαρά η φωτογραφία αλλά αυτός δεν το έβλεπε. «Το χειρότερο σκοτάδι είναι του μυαλού-μου είπε ο Μήτσος-αλλά ακόμη χειρότερο ,είναι η συσκότιση που επιβάλουν, εκείνοι που βλέπουν, στους αφελείς και τους καταντάνε να βλέπουν το ψέμα για αλήθεια» Στήν εποχή του Γουωτεργκέητ, και λίγο πριν, στον καιρό των μεγάλων διαδηλώσεων, στην Αμερική για την ειρήνη, κυβερνητικοί «επαΐοντες» είχαν εφεύρει τον όρο «σιωπηλή πλειοψηφία» Ερμηνεύοντας το φαινόμενο των ανθρώπων που διαδήλωναν κατά του πολέμου ως μια ηχηρή μειοψηφία. «Διότι πόσοι κατεβαίνουν στους δρόμους, ελάχιστοι. Οι πολλοί που μένουν στα σπίτια τους συμφωνούν μαζί μας» Κάπως έτσι ήταν το σκεπτικό των προεδρικών συμβούλων «επαϊόντων». Και ο πρόεδρος βαυκαλιζόταν ότι η πλειοψηφία επικροτεί τις επιλογές του και ότι κρατάει γερά τα γκέμια των ψηφοφόρων του . Όταν καταλάβαινε το λάθος του ήταν αργά. Το καταλάβαινε όταν έπεφτε. Επειδή η χώρα μας δέχεται αμάσητα το κάθε τί και μάλιστα με καθυστέρηση δεκαετιών, ήρθε και εδώ, ως άφθαρτη αλήθεια εκείνη η παλιά και αποτυχημένη ρετσέτα των αμερικανών «επαϊόντων» . «Η αποδοχή για τις κινήσεις μας στην παιδεία είναι σχεδόν καθολική και αυτοί που αντιδρούν είναι μια μικρή αλλά ηχηρή μειοψηφία. Η σιωπηλή πλειοψηφία είναι με το μέρος της κυβέρνησης», έτσι λένε πλέον και εδώ οι κυβερνητικοί «επαΐοντες».Χρησιμοποιούν το ίδιο ακριβώς επιχείρημα που πριν τριάντα χρόνια πάνω του είχε καθίσει ο πρόεδρος Νίξον μέχρι να πέσει άδοξα ως πρόεδρος απάτης και υποκλοπών. Το ίδιο επιχείρημα, καραμέλα , άκουσα να το πιπιλάνε και εκπρόσωποι της ΔΑΠ φοιτητών. Άραγε ποίοι «σύμβουλοι»μας πλάσαραν και εδώ αυτήν την παλιά καραμέλα ως φρέσκια; Το ψέμα ως αλήθεια; Ναι η πλειοψηφία, ηχηρή ή σιωπηλή, θέλει την μεταρρύθμιση, αλλά όχι την αυταρχική, την απαξιωτική του φοιτητικού κινήματος , την προσβλητική προς τους πανεπιστημιακούς. Όχι αυτήν που διχάζει.
Ο Θανάσης Σκρουμπέλος είναι συγγραφέας, σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Σπούδασε καλές τέχνες (χαρακτική και αγιογραφία) στην Αθήνα και κινηματογράφο στο Λονδίνο, με υποτροφία της Διεθνούς Αμνηστίας ως διωκόμενος από τη δικτατορία. Έχει εργαστεί σαν δημοσιογράφος σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά, ενώ έχει γράψει και σενάρια για την τηλεόραση ( " Τα παιδιά της Νιόβης" του Κώστα Κουτσομύτη ) και τον κινηματογράφο (Το πέρασμα, Η Αριάδνη μένει στη Λέρο, Καλή πατρίδα σύντροφε κ.α). Ασχολείται επίσης με τη συγγραφή και τη μετάφραση θεατρικών έργων (Χαβάη, Μυστικές φωνές, Γέρμα, Γέλιο στο σκοτάδι κ.ά.) ενώ σκηνοθέτησε και ταινίες μεγάλου μήκους (Αλιόσσα,Χαβάη κ.α.) Έχει εκλεγεί αρκετές φορές μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών και είναι από τα ιδρυτικά μέλη της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδος.
|