(προσωπικες σκέψεις για το πώς δουλεύουν οι πανεπιστημιακοί και οι διανοούμενοι για την ελεγχόμενη κοινωνία.) του συγγραφέα και δημοσιογράφου Χρήστου Η. Χαλαζιά Σε κάθε χώρα ακούγονται φωνές διαμαρτυρίας από τον κόσμο για το «άσχετο» της ακαδημαϊκής προσφοράς. Με τον χαρακτηρισμό αυτόν θέλουν να πουν πως οι δάσκαλοι τους στον κοινωνικό τομέα, αντί να καταπιάνονται με τα καυτά θέματα της εποχής – φυλετικές διακρίσεις, φτώχεια, πόλεμοι, περιορίζονται σε εξειδικευμένες και εξεζητημένες έρευνες όπως η κατασκευή μαθηματικών ή άλλων προτύπων εξέλιξης* αναζητώντας καταφύγιο σε ασκήσεις θεωρητικού προβληματισμού, την στιγμή που θα έπρεπε να κατέβουν στον στίβο της δράσης. Με άλλα λόγια, όταν οι πολίτες αλλά και οι ίδιοι οι φοιτητές, στιγματίζουν την ακαδημαϊκή προσφορά σαν «άσχετη», αποδοκιμάζουν την αφαίρεση που υπάρχει σ’ αυτή και το κράτημα της μακριά από την δράση.
Εδώ θα πρέπει να κάνω μια διευκρίνιση τι εννοώ με την λέξη «άσχετη» και την αντίθετή της, την «άμεση προσφορά». «Άμεση προσφορά» στην πραγματικότητα είναι το σύνολο των δραστηριότητων που δίνουν στον ακαδημαϊκό χώρο την ευκαιρία να αποκτήσει κάποια σαφή οπτική για την φύση της κοινωνικής κατάστασης που τον περιβάλλει. Η οπτική αυτή πρέπει να στηρίζεται σε κάποια επίγνωση του παρελθόντος, από το οποίο ήρθαμε, και του μέλλοντος, προς το οποίο πορευόμαστε. Στο πλαίσιο όμως αυτό της κατανόησης του παρελθόντος και της αντίληψης του μέλλοντος, διδάσκοντες και διδασκόμενοι θα πρέπει να βρίσκουν τον καιρό και την διάθεση να αναζητούν τον τρόπο με τον οποίο θα λύνουν τα προβλήματα του παρόντος. Η προφανής όμως απουσία μίας τέτοιας οπτικής συμβάλλει στον χαρακτηρισμό του ακαδημαικού χώρου ως άσχετου με την κοινωνική παραγματικότητα. Ποιά είναι όμως τα κριτήρια εκείνα που κάνουν τον κόσμο να αμφισβητεί ολοένα και περισσότερο για την άμεση αναφορά και την συνάφεια, της ακαδημαϊκής προσφοράς; Οι αμφισβητήσεις δεν πηγάζουν από τα μειονεκτήματα των όσων έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα, ή από το πλήθος των ανεπίλυτων προβλημάτων που μας περιβάλλουν. Το πράγμα πηγαίνει βαθύτερα. Ό,τι ολοένα βρίσκουμε πιο άσχετο είναι αυτή τούτη η βάση της κοινωνιολογίας, η κοινωνική πραγματικότητα, που προσπαθούμε να συλλάβουμε και που μεταμορφώνεται με ταχύτατους ρυθμούς διαμορφωμένης από την ίδια την επιστημονική έρευνα. Ενδεχομένως, οι ανησυχίες του κόσμου πηγάζουν ακόμα και από το μετασχηματισμό του αντικειμένου της έρευνας καθεαυτό, ένα μετασχηματισμό που δεν έχει μόνο βαθύτατη σημασία ο ίδιος, αλλά που υπονομεύει και την μέχρι τώρα εφαρμοσμένη μεθοδολογία της έρευνας, με την οποία προσπαθούμε να καταλάβουμε και να εξηγήσουμε τον κοινωνικό μας περίγυρο.
Από την άλλη η αλλαγή στην φύση της κοινωνικής πραγματικότητας μπορεί να περιγραφεί τόσο με αντικειμενικούς όσο και με υποκειμενικούς όρους. Αντικειμενικά, πρόκειται για μετασχηματισμό κοινωνίας, που από χώρο απρογραμμάτιστων μεταβολών γίνεται πεδίο συνειδητών επεμβάσεων. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ο μετασχηματισμός αυτός καθρεφτίζει μια απομάκρυνση από την ανώνυμη ή απρόσωπη κοινωνική διεργασία και την υιοθέτηση της προγραμματισμένης κοινωνικής αλλαγής. Οι νέες μέθοδοι έρευνας και κατ' επέκταση οι νέες μέθοδοι διδασκαλίας δίνουν την δυνατότητα της ενστάλαξης κοινωνικών συμπεριφορών στον άνθρωπο. Πίσω από όλες αυτές τις αλλαγές βρίσκεται η πιο μεγάλη από όλες – η ανάπτυξη του ορθολογισμού, που έχει ξεδιαλύνει πολλά από όσα θεωρούνταν άλλοτε μυστικά ή μυστικιστικά και έχει οδηγήσει την ανθρώπινη περιέργεια σε καρποφόρα αποτελέσματα εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσε ή μοιρολατρική εγκαρτέρηση.
Η παραπάνω αλλαγή άρχισε α συντελείται εδώ και παρά πολύ καιρό. Λίγοι όμως είναι εκείνοι που θα αρνιόνταν ότι κατά τον αιώνα μας το φαινόμενο πήρε διαστάσεις κβαντικού άλματος. Δεν είναι συνεπώς καθόλου περίεργο πως ο μετασχηματισμός της κοινωνικής πραγματικότητας, που επισφραγίσθηκε με τον θάνατο της κοινωνικής μοιρολατρίας, έχει τώρα γίνει το αντικείμενο διαμετρικά αντίθετων εκτιμήσεων. Για πολλούς, η αλματώδης αύξηση των γνώσεων και οι αυξανόμενοι έλεγχοι που την παρακολουθούν είναι το αίτιο της προοδευτικής διάλυσης των κοινωνικών θεσμών που μας συγκρατούσαν στο παρελθόν – και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε καταστροφή είτε ατομικό πόλεμο, είτε με παγκόσμια διάλυση, είτε με αμετάκλητη μόλυνση της κοινωνίας. Για άλλους, η ίδια αυτή αύξηση των γνώσεων αποτελεί την απαρχή της από τόσο καιρό αναμενόμενης χειραφέτησης του ανθρώπου από την τυραννία της σκληρής φύσης, των ακόμα πιο σκληρών τυράννων και των απόλυτα αμείλικτων θεών.
Υποκειμενικά, θα χαρακτήριζα τον συντελεσθέντα μετασχηματισμό σαν «τέλος της κοινωνικής μοιρολατρίας» (όπως γράφει ο Χέγκελ) Γοργά εμφανίζεται η νοοτροπία εκείνη, τόσο διαδεδομένη ακόμα στα τέλη του 19ου αιώνα, από τον Μαρξ σύμφωνα με την οποία οι κοινωνικές διεργασίες είναι το αποτέλεσμα απρόσωπων δυνάμεων ή «νόμων» που μπορεί να παρατηρηθούν και ερμηνευθούν αλλά δεν μπορεί να αλλάξουν. Σήμερα συνεχώς περισσότερο κερδίζει έδαφος η άποψη πως η κοινωνική εξέλιξη βρίσκεται στα χέρια μας, οσοδήποτε άσχημα και αν την χρησιμοποιούμε. Έτσι, από την φάση της μοιρολατρίας περνάμε τώρα στην φάση της αδιαφορίας.
Η μεθοδολογία όμως του επηρεασμού της κοινής γνώμης έχει και έναν βαθύ αντίκτυπο στην διαδικασία της διακυβέρνησης. Πραγματικά, οι τεράστιες κατακτήσεις της επιστήμης προσφέρουν δυνατότητα μαζικής προόδου από τη μια μεριά και μαζικής καταστροφής από την άλλη. Επίσης , οι ακόμα χωλαίνοντες αλλά γοργά εξελισσόμενοι μηχανισμοί επιβολής κοινωνικού ελέγχου προσφέρουν δυνατότητα μαζικής μηχανοποίησης από την μια πλευρά και μαζικής καταναλωτικής απελευθέρωσης από την άλλη με τις ανάλογες αντιδράσεις από μέρους του κοινωνικού συνόλου.
Αν ρωτήσει κανείς τον κοινό πολίτη πάνω σε τι κριτήρια βασίζει την συμπεριφορά του, αυτός θα παραλύσει. Ο απολογητικός τόνος της απάντησής του ενδέχεται να σημαίνει απλώς το τετριμμένο αυτό « στο κάτω της γραφής, κύριε, πρέπει κάπως πρέπει να ζήσω. Αυτά που διδάσκουν ορισμένοι πανεπιστημιακοί, διανοούμενοι κλπ. δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα μου.» Αν όμως ο πολίτης δεν πάρει την απόφαση να κρίνει να αφυπνιστεί και να αντιδράσει θα είναι υπό έλεγχο μιας κατάστασης.
Ο επιστήμονες και διανοούμενοι, από την άλλη έχουν την τάση να παρασύρονται από τις αφηρημένες βολικότητες, μιας και δυσκολεύονται να μετουσιώσουν τις όποιες πεποιθήσεις τους σε πολιτική πράξη. Oι φοιτητές, οι άμεσοι αποδέκτες της ακαδημαικής διδασκαλίας, με το να επικρίνουν την αφαίρεση και το περιχαράκωμα της πανεπιστημιακής ζωής, συσκοτίζουν μάλλον παρά διαφωτίζουν το θέμα.
Ποια είναι όμως η απάντηση τελικά; Κάποιοι θα έλεγαν ότι το είδος των γνώσεων που θα πρέπει να φωτίζουν τις ενέργειές μας, η απάντηση στα νέα ερωτήματα, μπορεί και πρέπει να αναζητηθεί μέσα στο χώρο της ίδιας της επιστήμης και της τεχνολογίας. Στο κάτω – κάτω, αυτοί είναι οι τομείς όπου γεννήθηκαν όσες δυνάμεις βρίσκονται τώρα στην διάθεση μας. Θεωρώ αυτό τον τρόπο σκέψης σαν επικίνδυνα λαθεμένο. Νομίζω πως, σε τελευταία ανάλυση τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι απλά επιστημονικά ή τεχνολογικά, αλλά κοινωνικά, πολιτικά, και πολιτιστικά. Αν νοιώθουμε διαιρεμένοι από ιδεολογικούς ανταγωνισμούς και υλικές διαφορές, οι κοινοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο εξακολουθούν να επενεργούν ο ένας στον άλλο και να επιβάλλουν κάποια σταθερότητα και ισορροπία στις τυχαίες και αλλοπρόσαλλες διαδικασίες, από τις οποίες εξαρτώνται οι ζωές τους. Η κάθε πρόοδος στον τομέα της διανόησης είναι από την φύση της αφηρημένη. Η προσφορά του πανεπιστήμιου εξαρτάται τελικά από την διατήρηση αυτής της νησίδας νηφαλιότητας μακριά από την ήπειρο της πολιτικής δραστηριότητας . Ας αφήσουμε τους στυλοβάτες του ακαδημαϊκού κόσμου να αφιερώνουν τις δυνάμεις τους τόσο σε άμεσα προβλήματα όσο και δραστηριότητες πιο μακρινές και βέβαια ας τους αφήσουμε να διασχίζουν την γέφυρα προς την πολιτική ήπειρο, για να συμμετέχουν στην εκεί δραστηριότητα σαν πολίτες. Όμως ο χαρακτήρας του νησιού και της νηφάλιας «αφαιρετικότητας» του δεν πρέπει να θίγεται. Δεν αποτελεί το αίτιο της «ασχετοσύνης» του πανεπιστημίου. Δεν μπορούμε να απορρίψουμε με ελαφρά καρδία καμία από τις παραπάνω μεθόδους προσέγγισης της γνώσης. Αντίθετα, αποκαλύπτουν την διαλεκτικότητα της σημερινής κατάστασης.
*Δεν θα μπορούσα στο μικρό χώρο ενός άρθρου στο Ιντερνέτ να αναφέρω εκτενώς σε πολλά παραδείγματα. Θα δώσω μια μικρή έκταση του φαινομένου. Αν ξεκινήσουμε από τη βιολογία, θα διαπιστώσουμε αμέσως πως έχουμε μπει στην εποχή του γενετικού ελέγχου. Στην ψυχολογία, έχουμε εισβάλει στο υποσυνείδητο και επεμβαίνουμε στην λειτουργία του νου του ανθρώπου με χημικά ή ηλεκτρονικά μέσα.κλπ. |